Tο STUDIO-παράλληλο κύκλωμα σε συνεργασία με τη New Star παρουσιάζει στον κινηματογράφο ΑΦΑΙΑ-art cinema έναν κύκλο προβολών κινηματογραφικών ταινιών σε δέκα θεματικές ενότητες με το γενικό τίτλο:
Αναζητώντας στο χθες, το αύριο.
Κάθε μέρα Φεστιβάλ
Πρόσκληση σε Δ.Σ.
Αρχική Σελίδα > 

Κινηματογραφικά Θέματα

Η σκηνοθεσία και το ντεκουπάζ στον κινηματογράφο

Θα χρησιμοποιήσουμε ως παράδειγμα ευρηματικής και συνάμα κλασικής σκηνοθεσίας και δημιουργικού ντεκουπάζ στο σινεμά, την εργασία του μεγάλου αυστριακού σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ, στη σημαντικότατη -για την ιστορία του κινηματογράφου- ταινία Μ (Ο δράκος του Ντύσελντορφ, 1932). Το Μ, του στοχαστή, αφηγητή και εικονοπλάστη σκηνοθέτη Φριτς Λανγκ, εκθέτει στο θεατή με ποιο τρόπο οι νομοτέλειες των νόμων της κοινωνίας και της ανθρώπινης ψυχής καθορίζουν αναπόδραστα τα άτομα.

Δηλαδή, πώς καθορίζουν αναγκαία τα μέλη της κοινωνίας και τις επηρεαζόμενες (εσωτερικά, ψυχολογικά, και εξωτερικά, κοινωνικά) ψυχές τους. Η πορεία του ψυχασθενούς, παιδεραστή δολοφόνου «δράκου του Ντύσελντορφ» προσδιορίζεται αναγκαία από τις συνθήκες, από τη μιζέρια και τη φτώχεια, από την ασφυκτική πίεση του κοινωνικού περιβάλλοντος, από τον αναπόφευκτο έλεγχο των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους και ειδικότερα της αστυνομίας, μα και του αδυσώπητου υπόκοσμου. Από την άλλη, η διαδρομή του δολοφόνου καθορίζεται κι από το υποσυνείδητό του, από τις βίαιες και σαδιστικές ορμές του, από το τυφλό πάθος και το διεστραμμένο πόθο του, που τον εξαναγκάζουν να κακοποιεί μικρά παιδιά και να τα σκοτώνει…

Ο Λανγκ περιγράφει με ακρίβεια ρολογιού, αυτές τις δύο μέγγενες που πιέζουν αναπότρεπτα -εξωτερικά και εσωτερικά- τον «δράκο». Αυτοί οι μηχανισμοί πίεσης περιγράφονται με σκηνοθετική αυστηρότητα και δεινότητα από το δημιουργό. Ο Λανγκ σκιαγραφεί το κοινωνικο-οικονομικό, πολιτικό (με την ευρύτερη έννοια) και ψυχικό πεπρωμένο του ήρωά του, αλλά και των δευτερευόντων προσώπων. Όλοι, εγκληματίες, αστυνόμοι, προλετάριοι, λούμπεν, μικροαστοί, φτωχές μανάδες και παιδιά, κολυμπούν στα ίδια βρώμικα νερά, της φθαρμένης και αδύναμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Την προαναφερθείσα χαλύβδινη αναγκαιότητα εκφράζουν στο επίπεδο της εικόνας οι, αμείλικτα οργανωμένες, σκηνοθεσία και αφήγηση: Η αφηγηματική ακρίβεια και η αυστηρή σκηνοθεσία είναι δηλαδή το οπτικό ομόλογο της αδυσώπητης αναγκαιότητας, έτσι όπως τις έχει συλλάβει ο Φριτς Λανγκ.

Η αφηγηματική δομή θυμίζει λαβύρινθο, μοιάζει με λαβυρινθώδες αρχιτεκτόνημα (ο Λανγκ ήταν αρχιτέκτονας) ή με ιστό αράχνης, όπου παγιδεύονται και χάνονται οι κύριοι ήρωες, ο φρενοβλαβής δολοφόνος και τα θύματά του.

Η αφήγηση αναπτύσσεται και κλιμακώνεται, άρα, με σιδερένια λογική. Το δραματουργικό και αφηγηματικό σύστημα του Μ έχει τα χαρακτηριστικά της ολοκλήρωσης και της τελειότητας, ως τις πιο μικρές λεπτομέρειές του. Το σύνολο αποτελεί ένα άρτιο ψηφιδωτό, ένα έξυπνο παζλ. Το δέσιμο των επιμέρους σκηνοθετικών και αφηγηματικών δεδομένων μεταξύ τους, αλλά και με το σύνολο, είναι πολύ μελετημένο. Έχει επιβληθεί μια εξαιρετική ενορχήστρωση των λεπτομερειών και των επιμέρους στοιχείων της εικόνας και της δράσης. Διακρίνουμε την ανταπόκριση των φιλμικών συμβάντων μεταξύ τους, την εμφάνιση εκπλήξεων, ερωτημάτων και ταχείων απαντήσεων. Εμφανίζονται αδιάκοπα νέα δεδομένα και νέες λύσεις. Όλα αυτά τα αφηγηματικά, οπτικά και σκηνοθετικά μέσα και «τεχνάσματα», δομούνται με μια εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού.

Ο Λανγκ σε ορισμένες ενότητες του φιλμ στοχεύει στη δημιουργία της αίσθησης της αφηγηματικής και χωρικής συνέχειας. Αυτό το πετυχαίνει μέσα από την επεξεργασία και τη σύνθεση σε ένα όλον, διαφορετικών σειρών εικόνων. Αυτή η σκηνοθετική και μονταζική μέθοδος διακρίνεται στη σεκάνς που έχουμε επιλέξει εδώ, τη σεκάνς των παράλληλων συσκέψεων των επιτελείων της αστυνομίας και του υποκόσμου, για τα μέτρα που θα πάρουν ώστε να συλλάβουν τον παρανοϊκό δολοφόνο παιδιών:
Πρώτα αρχίζει και τελειώνει ο λόγος του αρχηγού του υποκόσμου, μπροστά στο επιτελείο του.

Ακολούθως μεταφερόμαστε στη σύσκεψη της ηγεσίας της αστυνομίας, μέσω ενός ρακόρ μεταξύ της τελευταίας χειρονομίας του αρχιγκάγκστερ που δίνει το λόγο στους συνεργάτες του και της χειρονομίας του αρχηγού της αστυνομίας που τελειώνει την ομιλία του και δίνει έτσι το λόγο στους υπόλοιπους.

Ο Λανγκ συνεχίζει με το παράλληλο μοντάζ των σκηνών του επιτελείου των γκάγκστερς και εκείνου της αστυνομίας. Η δεύτερη σύνδεση γίνεται όταν ο αστυνόμος που μιλούσε, τελειώνει και κάθεται απότομα, ενώ στο επόμενο πλάνο σηκώνεται και αρχίζει να μιλά ένας κακοποιός (ο θεατής δεν αντιλαμβάνεται αμέσως ότι έχει γίνει αλλαγή χώρου και σύσκεψης).


Ο γκάγκστερ αυτός τελειώνει και κάθεται, και τότε (ξανά ρακόρ στην κίνηση) σηκώνεται και μιλά ένας αστυνόμος.

Η επόμενη σύνδεση γίνεται διαμέσου του λόγου, όταν ένας ηλικιωμένος επιθεωρητής επιβεβαιώνει («ο δολοφόνος είναι ένας φιλήσυχος πολίτης») ό,τι είχε πει προηγουμένως ένας κακοποιός («δεν είναι ένας κανονικός απατεώνας»).

Στην επόμενη σύνδεση ανάμεσα στις δύο συσκέψεις, τους δύο χώρους, έχουμε την αισθητή εμφάνιση του καπνού που έχει συσσωρευτεί στα τραπέζια των καπνιστών ομιλητών. Η σύνδεση αυτή γίνεται όταν ένας γκάγκστερ υποστηρίζει κάτι που δεν στέκει (να χρησιμοποιήσουν κάποιον που έχει τηλεπάθεια) και στη συνέχεια, στη σύσκεψη της αστυνομίας, ένας αστυνόμος αποδοκιμάζει τον προλαλήσαντα. Στην επόμενη σύνδεση, οι καπνοί έχουν πολλαπλασιαστεί. Και οι μεν και οι δε βρίσκονται σε αδιέξοδο. Ένας αστυνόμος λέει: «Δεν καταλήγουμε πουθενά». Ένας γκάγκστερ επιβεβαιώνει: «Δεν ωφελεί πουθενά» (εδώ, δηλαδή, η σύνδεση γίνεται διαμέσου λόγων που μοιάζουν).
Η επόμενη σύνδεση μεταξύ των δύο χώρων και δράσεων, γίνεται μέσω ενός ρακόρ στην κίνηση (παρόμοιο σκύψιμο πάνω από την καρέκλα τους) δύο διαφορετικών ανθρώπων, ενός κακοποιού κι ενός αστυνόμου, που βρίσκονται στους διαφορετικούς χώρους.

Η σύνδεση που ακολουθεί γίνεται πάνω στην κίνηση αντίθετης διαδρομής μέσα στο χώρο, την οποία επιτελούν ένας αστυνόμος και κατόπιν ένας κακοποιός, γύρω από τα τραπέζια των συσκέψεων.

Στα επόμενα πλάνα, κοινό στοιχείο που κάνει οπτική ρίμα ανάμεσα στα πλάνα των αςτυνόμων και αυτά των κακοποιών, είναι η σιωπή και ο πυκνός καπνός στο χώρο, που φανερώνει τον πολύ χρόνο που πέρασε και την αμηχανία τους.

Οι παραπάνω μορφικές επιλογές του Λανγκ, δηλαδή το παράλληλο μοντάζ και οι συνδέσεις της δράσης στους δύο διαφορετικούς χώρους, υλοποιούνται μέσω των ρακόρ στην κίνηση ή στη στάση των ηθοποιών. Με αυτό τον τρόπο, ο σκηνοθέτης δημιουργεί οπτικές ρίμες (οπτικές αναλογίες ή «ομοιοκαταληξίες») ανάμεσα στη δράση στους δύο διαφορετικούς χώρους, των κακοποιών και της αστυνομίας. Τα ρακόρ και οι οπτικές ρίμες (καπνοί, σιωπές κλπ) κατασκευάζουν μια ψευδαίσθηση συνέχειας ανάμεσα στους δύο χώρους. Δημιουργούν μια ομογενοποίηση των δύο χώρων. Έτσι βγαίνει, έμμεσα, και το συμπέρασμα ότι ο κόσμος της αστυνομίας και ο υπόκοσμος μοιάζουν εξαιρετικά, τόσο ως προς την εικόνα τους, όσο και ως προς την ουσία…Τροφοδοτούν ό ένας την ύπαρξη του άλλου, έχουν παρόμοιους κανόνες. Όπως θα δούμε στη συνέχεια του φιλμ, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης του παράφρονος, οι τακτικές και οι μέδοδοί τους μοιάζουν πολύ. Αυτό αποτελεί μια διαπίστωση του Λανγκ σχετικά με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της οργανωμένης κοινωνίας, του κράτους και του αντίστοιχου παρακράτους. Η κριτική του Λανγκ στην προναζιστική γερμανική κοινωνία της εποχής του, τα αδιέξοδα και την αθλιότητά της, είναι ολοφάνερη και αιχμηρή…

Θόδωρος Σούμας