Αρχική Σελίδα >
Κινηματογραφικά Θέματα
Η ασυνεχής, μοντέρνα κινηματογραφική γλώσσα του κολάζ (Γκοντάρ)
Θα ασχοληθούμε, εδώ, με τη μοντέρνα, ασυνεχή κινηματογραφική γλώσσα και αισθητική του κολάζ, έτσι όπως πλάστηκε και διαμορφώθηκε από τον εφευρετικό, πρωτοπόρο και μορφοπλάστη σκηνοθέτη Ζαν Λυκ Γκοντάρ.
Το Αρσενικό θηλυκό (1966) είναι μια εκφραστική και πλούσια, από κοινωνιολογική άποψη, γκονταρική ταινία για την παρισινή νεολαία, έτσι όπως ήταν λίγα χρόνια πριν το ’68, σχεδόν έτοιμη για την εξέγερση του Μάη. Ο Γκοντάρ δημιούργησε ένα φιλμ μυθοπλασίας στα όρια του «κινηματογράφου-αλήθεια» (σε στυλ Ζαν Ρους) που έχει αξία ντοκουμέντου για τη εποχή του (γιατί εξηγεί εύγλωττα και πειστικά πώς η γαλλική νεολαία οδηγήθηκε στην εξέγερση του Μάη). Η κινηματογραφική γλώσσα του φιλμ μοιάζει με παζλ που συντίθεται από σκηνές της σύγχρονης γαλλικής κοινωνίας και στιγμιότυπα της ζωής των νεαρών ηρώων, καθορισμένης απ’το περιβάλλον. Πρόκειται για ένα κολάζ εικόνων, ήχων, λόγων, δράσεων και προσωπικών στιγμών: Μας φανερώνουν (σχεδόν υπό τη μορφή «άμεσου κινηματογράφου») τη φύση της βιομηχανικής, καταναλωτικής κοινωνίας, η οποία είχε τότε φτάσει στα όρια της αντοχής της, λίγα χρόνια πριν την έκρηξη, δηλαδή την εξέγερση των ανικανοποίητων κι ανήσυχων παιδιών της, των κατά Γκοντάρ “παιδιών του Μαρξ και της Coca Cola”. Στο Αρσενικό θηλυκό οι νέοι έχουν αρχίσει να αμφισβητούν και να υπερβαίνουν την κοινωνία της εποχής τους, ο καθένας από το δικό του, προσωπικό δρόμο.
Αυτό το κολαζ των ρεαλιστικών εικόνων, αλλά και των έντονων ήχων της πόλης, περιλαμβάνει ιδιωτικά καθώς και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα: Συζητήσεις για τη σεξουαλικότητα, τον έρωτα, τους απεργιακούς αγώνες και την πολιτική δράση των νέων. Αναφορές στον κινηματογράφο, σε έργα τέχνης, βιβλία και εφημερίδες. Τσιτάτα. Μουσικές που ακούν οι ήρωες. Ντοκιμαντερίστικα πλάνα. Μεσότιτλους που εμφανίζονται από το πουθενά.
Το Αρσενικό θηλυκό (1966) είναι μια εκφραστική και πλούσια, από κοινωνιολογική άποψη, γκονταρική ταινία για την παρισινή νεολαία, έτσι όπως ήταν λίγα χρόνια πριν το ’68, σχεδόν έτοιμη για την εξέγερση του Μάη. Ο Γκοντάρ δημιούργησε ένα φιλμ μυθοπλασίας στα όρια του «κινηματογράφου-αλήθεια» (σε στυλ Ζαν Ρους) που έχει αξία ντοκουμέντου για τη εποχή του (γιατί εξηγεί εύγλωττα και πειστικά πώς η γαλλική νεολαία οδηγήθηκε στην εξέγερση του Μάη). Η κινηματογραφική γλώσσα του φιλμ μοιάζει με παζλ που συντίθεται από σκηνές της σύγχρονης γαλλικής κοινωνίας και στιγμιότυπα της ζωής των νεαρών ηρώων, καθορισμένης απ’το περιβάλλον. Πρόκειται για ένα κολάζ εικόνων, ήχων, λόγων, δράσεων και προσωπικών στιγμών: Μας φανερώνουν (σχεδόν υπό τη μορφή «άμεσου κινηματογράφου») τη φύση της βιομηχανικής, καταναλωτικής κοινωνίας, η οποία είχε τότε φτάσει στα όρια της αντοχής της, λίγα χρόνια πριν την έκρηξη, δηλαδή την εξέγερση των ανικανοποίητων κι ανήσυχων παιδιών της, των κατά Γκοντάρ “παιδιών του Μαρξ και της Coca Cola”. Στο Αρσενικό θηλυκό οι νέοι έχουν αρχίσει να αμφισβητούν και να υπερβαίνουν την κοινωνία της εποχής τους, ο καθένας από το δικό του, προσωπικό δρόμο.
Αυτό το κολαζ των ρεαλιστικών εικόνων, αλλά και των έντονων ήχων της πόλης, περιλαμβάνει ιδιωτικά καθώς και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα: Συζητήσεις για τη σεξουαλικότητα, τον έρωτα, τους απεργιακούς αγώνες και την πολιτική δράση των νέων. Αναφορές στον κινηματογράφο, σε έργα τέχνης, βιβλία και εφημερίδες. Τσιτάτα. Μουσικές που ακούν οι ήρωες. Ντοκιμαντερίστικα πλάνα. Μεσότιτλους που εμφανίζονται από το πουθενά.
Η γκονταρική αισθητική περιλαμβάνει ιδιότυπα και καινοτόμα champ-contrechamp (δηλαδή ένα πεδίο και κατόπιν το πεδίο της αντίθετης λήψης), όπου χρησιμοποιείται εκτεταμένα η φωνή off (εκτός κάδρου) του συνομιλητή: Πλάνα όπου διαβάζουμε στο πρόσωπο του ακροατή τις αντιδράσεις του στο λόγο off του ατόμου που μιλά εκτός κάδρου. Επίσης, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τα λαθεμένα ρακόρ στη σύνδεση των πλάνων, στα πλαίσια της αποδομητικής, γκονταρικής μονταζικής σύλληψης. Παρατηρούμε, ακόμη, ένα παιχνίδι με τους ήχους που έρχονται και φεύγουν αναπάντεχα, που έχουν μονταριστεί με κοφτό και απότομο τρόπο…
Το Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’αυτήν (1966), φιλμ του οποίου παραθέτουμε την αρχή, είναι ένα επίτευγμα ποιητικού δοκιμιακού κινηματογράφου. Ο δοκιμιακός χαρακτήρας του φιλμ εκφράζεται στις φιλοσοφικές, γνωσιολογικές, εθνολογικές και πολιτισμιολογικές αναζητήσεις, διερωτήσεις και αναφορές του Γκοντάρ. Αυτές εκδηλώνονται διαμέσου του μονόλογου off του ίδιου του σκηνοθέτη και τις αντιπαραθέσεις εικόνων διαμέσου του μοντάζ. Ο Γκοντάρ διερευνά το ρόλο των αντικειμένων της μοντέρνας βιομηχανικής κοινωνίας και των προϊόντων της κατανάλωσης, το ρόλο της γλώσσας στην προσέγγιση και γνώση των αντικειμένων αυτών και του κόσμου. Μονολογεί ψιθυριστά εκτός κάδρου: «Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου». Διερευνά -μέσα από τις εικόνες, τους λόγους και τους ήχους- την ανθρώπινη συνείδηση και γνώση, αλλά και την οικονομική πολιτική του μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Ο κινηματογραφικός λόγος του Γκοντάρ είναι φιλοσοφικός, γλωσσολογικός, πολιτικός και, πάνω απ’όλα, ποιητικός. Παρατηρεί, σχολιάζει και στοχάζεται ως κινηματογραφιστής, δηλαδή -όπως λέει- ως συγγραφέας και ζωγράφος ταυτόχρονα. Η ποίηση στην αισθητική του, οι παραδοξολογίες και τα ευφυολογήματα αμβλύνουν και συμπληρώνουν το δοκιμιακό χαρακτήρα της ταινίας. Η δοκιμιακή πλευρά του φιλμ αντισταθμίζεται από την ποιητική έκφραση.
Η αρχική ενότητα την οποία επιλέξαμε από το Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’αυτήν μας εισάγει κατευθείαν στον προβληματισμό του φιλμ. Ξεκινά με πολύχρωμους τίτλους που μας προκαλούν οπτικά και συνεχίζει με εικόνες κτιρίων υπό ανέγερση σε ένα Παρίσι που βρίσκεται σε οικοδομικό οργασμό.
Το Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’αυτήν (1966), φιλμ του οποίου παραθέτουμε την αρχή, είναι ένα επίτευγμα ποιητικού δοκιμιακού κινηματογράφου. Ο δοκιμιακός χαρακτήρας του φιλμ εκφράζεται στις φιλοσοφικές, γνωσιολογικές, εθνολογικές και πολιτισμιολογικές αναζητήσεις, διερωτήσεις και αναφορές του Γκοντάρ. Αυτές εκδηλώνονται διαμέσου του μονόλογου off του ίδιου του σκηνοθέτη και τις αντιπαραθέσεις εικόνων διαμέσου του μοντάζ. Ο Γκοντάρ διερευνά το ρόλο των αντικειμένων της μοντέρνας βιομηχανικής κοινωνίας και των προϊόντων της κατανάλωσης, το ρόλο της γλώσσας στην προσέγγιση και γνώση των αντικειμένων αυτών και του κόσμου. Μονολογεί ψιθυριστά εκτός κάδρου: «Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του κόσμου». Διερευνά -μέσα από τις εικόνες, τους λόγους και τους ήχους- την ανθρώπινη συνείδηση και γνώση, αλλά και την οικονομική πολιτική του μονοπωλιακού καπιταλισμού.
Ο κινηματογραφικός λόγος του Γκοντάρ είναι φιλοσοφικός, γλωσσολογικός, πολιτικός και, πάνω απ’όλα, ποιητικός. Παρατηρεί, σχολιάζει και στοχάζεται ως κινηματογραφιστής, δηλαδή -όπως λέει- ως συγγραφέας και ζωγράφος ταυτόχρονα. Η ποίηση στην αισθητική του, οι παραδοξολογίες και τα ευφυολογήματα αμβλύνουν και συμπληρώνουν το δοκιμιακό χαρακτήρα της ταινίας. Η δοκιμιακή πλευρά του φιλμ αντισταθμίζεται από την ποιητική έκφραση.
Η αρχική ενότητα την οποία επιλέξαμε από το Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’αυτήν μας εισάγει κατευθείαν στον προβληματισμό του φιλμ. Ξεκινά με πολύχρωμους τίτλους που μας προκαλούν οπτικά και συνεχίζει με εικόνες κτιρίων υπό ανέγερση σε ένα Παρίσι που βρίσκεται σε οικοδομικό οργασμό.
Πάνω σ’αυτές τις εικόνες προστίθεται ο ψιθυριστός μονόλογος του σκηνοθέτη που σχολιάζει την οικονομική πολιτική του υπερσυγκεντρωτικού κράτους και του γαλλικού καπιταλισμού.
Ακολουθεί μια σκηνή με πλάνα της πρωταγωνίστριας (μπροστά στο φόντο των μοντέρνων, ψηλών κτιρίων), η οποία αρχικά μας παρουσιάζεται -από το λόγο off του σκηνοθέτη- ως η ηθοποιός Μαρίνα Βλαντύ και κατόπιν ως η ηρωίδα Ζυλιέτ.
Σ’αυτή την ενότητα ο Γκοντάρ μας αποκαλύπτει, εν συντομία, τα σκηνοθετικά και αφηγηματικά τεχνάσματα του σινεμά, χρησιμοποιεί την αποστασιοποίηση και αποδομεί έτσι την αληθοφάνεια της φιλμικής αναπαράστασης και γενικά την κινηματογραφική γλώσσα.
Τέλος, περνάμε στη σκηνή όπου ο άντρας της Ζυλιέτ και ο φίλος του ακούνε στο ραδιόφωνο τον πρόεδρο των ΗΠΑ να ρητορεύει για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Γκοντάρ, για να αναφερθεί στον πόλεμο, χρησιμοποιεί μια μεταφορική εικόνα, ποιητική και παράλληλα πολιτική: Πάνω από τα γκρο πλάνα του ραδιοφώνου βλέπουμε τους καπνούς από τους αμερικάνικους βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο τους. Πρόκειται για μια από τις πολλές ελεύθερες, ποιητικές και ταυτόχρονα σημαίνουσες εικόνες της ταινίες, οι οποίες έχουν κοινωνικοπολιτικό νόημα.
Ο γκονταρικός κινηματογράφος, τα Συνέβη στην Αμερική (1967), Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’αυτήν, Ο σώζων εαυτόν σωθήτω (1979), το Alphaville (1965), Ο μικρός στρατιώτης (1960) κ.α., διακρίνονται για την ασυνέχεια και την αποσπασματικότητα στην ανάπτυξη της μυθοπλασίας και στην αφήγηση.
Η Περιφρόνηση (1963) περιγράφει το σβήσιμο του έρωτα της Καμίγ για τον σεναρίστα άντρα της, από τη στιγμή που αυτός συμβιβάζεται με τον χοντροκομμένο παραγωγό του… Ο Γκοντάρ φτιάχνει μια απελπισμένη, ποιητική ταινία στοχασμού για τον έρωτα και τον κινηματογράφο. Ο ρόλος του Φριτς Λανγκ, που υποδύεται τον εαυτό του να ετοιμάζεται να γυρίσει μια υπερπαραγωγή πάνω στον Οδυσσέα, συμπιεσμένος από τις απαιτήσεις των παραγωγών, δίνει μια βαθύτερη, τραγική διάσταση στη διερεύνηση της κινηματογραφικής τέχνης. Τα τέσσερα πρόσωπα στήνουν ένα σκηνικό συναισθημάτων, ματαιωμένων πράξεων και καταδυναστευτικών ενεργειών.
Το Συνέβη στην Αμερική (Made in USA) αποτελεί σύνθεση αστυνομικού, πολιτικού φιλμ και αποδιαρθρωμένης, κατεστραμένης κιν/κής αφήγησης. Μίγμα κυβισμού, ποπ αρτ και επανατοποθέτησης των κωδίκων του κλασικού αμερικάνικου φιλμ νουάρ. Πρόκειται για τη δαιδαλώδη έρευνα που διεξάγει η Άννα Καρίνα για να εξιχνιάσει μια μυστηριώδη πολιτική δολοφονία, που θυμίζει αυτές του Μπεν Μπαρκά και του Κένεντι…
Το Ο σώζων εαυτόν σωθήτω θέτει σε λειτουργία μια ασυνεχή αφήγηση, τεμαχισμένη σε κεφάλαια, επεισόδια και πλάνα που συνθέτουν ένα οπτικοακουστικό κολάζ. Το μοντάζ έχει γίνει αντικείμενο μελέτης, οι μορφές και οι σημασίες ενός πλάνου συγκρούονται μ’αυτές του επόμενου και παράγουν νέο νόημα και νέες φόρμες. Στο φιλμ αναβλύζει βίαια η μοναδικότητα της κινηματογραφικής έμπνευσης του Γκοντάρ, επειδή εφευρίσκει νέες μορφές. Η μέθοδός του είναι να περνά διαρκώς από τη λογική και αναλυτική διαδικασία και σκέψη, στην ποίηση και τη φαντασία, και το αντίστροφο. Έτσι είναι δύσκολο και άσκοπο να διαχωρίσεις τις ασκήσεις της λογικής, τα επιτεύγματα του στοχασμού και της ανάλυσης, από το παράδοξο, το άλογο και τη φαντασίωση. Η ταινία, σε συνεχή αναβρασμό, κινητικότητα και ανάπτυξη, κομματιάζεται σε πολλά θεματικά μοτίβα: αναφέρεται στη δυσκολία επικοινωνίας και την αδυναμία επαφής του άντρα με τη γυναίκα. Στα ζητήματα της σεξουαλικότητας, της πορνείας, της διαστροφής και της «αισχρότητας». Στον εμπορευματοποιημένο έρωτα, που διέπεται από την εξουσία του ενός σώματος επί του άλλου κι από τους κανόνες της αγοράς. Ο Γκοντάρ εξετάζει το ρόλο του καλλιτέχνη, το φόβο του απέναντι στη ζωή, τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους ανθρώπους και τα κίνητρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Διερευνά το ζήτημα της εργασίας και των ρυθμών της, την υποδούλωσή της στη βιομηχανική, καπιταλιστική λογική. Τον απασχολεί ο ασφυκτικός κλοιός της πόλης σε αντίθεση με τις ανάσες που μας προσφέρει η φύση. Το Ο σώζων εαυτόν σωθήτω έχει κατασκευαστεί πάνω στο πρόβλημα της ανθρώπινης και κινηματογραφικής επικοινωνίας. Το σινεμά αποτελεί θεμελιακό θέμα του Γκοντάρ, που φωτίζεται από την αυτό-ανάλυσή του ως μέσου έκφρασης: ποιοι είναι οι κώδικές του, ποια η ύλη του και πώς μπορεί να υποστεί μια ανατομική, αναλυτική εξέταση; (ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί, μ’αυτό το στόχο, την αργή κίνηση της εικόνας, για παράδειγμα). Ακολουθεί η ανασύνθεση των μορφών σε νέα, νεωτεριστική βάση, η δημιουργία μιας καινούργιας οπτικοακουστικής φαντασμαγορίας, μιας μαγικής χορογραφίας σχημάτων, χρωμάτων, ήχων και μουσικών…
Το Alphaville είναι ένα φιλμ πολιτικής επιστημονικής φαντασίας που μοιάζει με μελλοντολογικό φιλμ νουάρ: Στον αυριανό αυτοματοποιημένο, παγερό κόσμο όπου κυριαρχεί συνθλιπτικά η τεχνοκρατία και οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι, τα άτομα έχουν μετατραπεί σε απρόσωπα ρομπότ. Παρόλα αυτά, το συναίσθημα και η αγάπη μπορούν να ξαναδώσουν πνοή και ελευθερία στη ζωή των καταπιεσμένων ανθρώπων, μας λέει ο Γκοντάρ.
Όλα τα προαναφερθέντα φιλμ χαρακτηρίζονται από τη συνάρθρωση ετερογενών υλικών, σε ένα ενιαίο αισθητικό σύνολο. Ο σκηνοθέτης εισήγαγε στα φιλμ του εικόνες από τα κόμικς, την ποπ αρτ, τα γκράφιτις, μεσότιτλους που μας αιφνιδιάζουν, ζωγραφικούς πίνακες και εξώφυλλα βιβλίων, αναφορές σε βιβλία και έργα της γαλλικής και παγκόσμιας τέχνης, αντικείμενα και δείγματα του τεχνολογικού και βιομηχανικού πολιτισμού. Ο Γκοντάρ φιλοσοφεί, κάνει κοινωνιολογία και πολιτική, στοχάζεται πάνω στη γλώσσα και την επικοινωνία, παίζει με την τέχνη, την κουλτούρα και το λόγο, παραδοξολογεί, κάνει λογοπαίγνια και συνθέτει ποιητικές σκηνές.
Χρησιμοποιεί, ανασκευασμένα, διάφορα κλασικά κινηματογραφικά είδη: κομεντί, φιλμ νουάρ, φανταστικό κινηματογράφο, αστυνομικό φιλμ και κινηματογράφο-αλήθεια. Ενσωματώνει στις ταινίες του τη λογοτεχνία, το παράλογο, το μαύρο χιούμορ, την πολιτική στράτευση, την εθνολογία, τα διάφορα ντοκουμέντα και τις πολιτισμικές αναφορές. Μέσα από τις ιδεολογικές κι αισθητικές αναζητήσεις του ξεπροβάλλουν ανάγλυφα διάφορες όψεις και προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Διότι υπήρξε, ο χρονικογράφος και, συνάμα, ο πρωτοποριακός καλλιτέχνης της.
Ο Γκοντάρ διερεύνησε τη γλώσσα και τα υλικά του σινεμά με τη διάθεση να πειραματιστεί και να ανακαλύψει. Υπήρξε εικονοκλάστης και, παράλληλα, μεγάλος εικονοπλάστης νέων φιλμικών μορφών. Ανέλυσε και ανασύνθεσε την κινηματογραφική αφήγηγση, φόρμα και τεχνική, και έτσι δημιούργησε ένα νέο ιδίωμα, βασισμένο στην αποδόμηση του παραδοσιακού σινεμά, στην ποίηση, στην αποστασιοποίηση και την αποδιάρθρωση της κλασικής μυθοπλασίας και δραματουργίας. Πρώτα απ’όλα, υπήρξε δημιουργός πρωτότυπων εικόνων και ήχων, νέων μονταζικών και οπτικών μορφών, ρηξικέλευθων ιδεών και αναζητήσεων σχετικά με την τέχνη του…
Θ.Σούμας
Ακολουθεί μια σκηνή με πλάνα της πρωταγωνίστριας (μπροστά στο φόντο των μοντέρνων, ψηλών κτιρίων), η οποία αρχικά μας παρουσιάζεται -από το λόγο off του σκηνοθέτη- ως η ηθοποιός Μαρίνα Βλαντύ και κατόπιν ως η ηρωίδα Ζυλιέτ.
Σ’αυτή την ενότητα ο Γκοντάρ μας αποκαλύπτει, εν συντομία, τα σκηνοθετικά και αφηγηματικά τεχνάσματα του σινεμά, χρησιμοποιεί την αποστασιοποίηση και αποδομεί έτσι την αληθοφάνεια της φιλμικής αναπαράστασης και γενικά την κινηματογραφική γλώσσα.
Τέλος, περνάμε στη σκηνή όπου ο άντρας της Ζυλιέτ και ο φίλος του ακούνε στο ραδιόφωνο τον πρόεδρο των ΗΠΑ να ρητορεύει για τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Γκοντάρ, για να αναφερθεί στον πόλεμο, χρησιμοποιεί μια μεταφορική εικόνα, ποιητική και παράλληλα πολιτική: Πάνω από τα γκρο πλάνα του ραδιοφώνου βλέπουμε τους καπνούς από τους αμερικάνικους βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ, ακούγοντας τον εκκωφαντικό ήχο τους. Πρόκειται για μια από τις πολλές ελεύθερες, ποιητικές και ταυτόχρονα σημαίνουσες εικόνες της ταινίες, οι οποίες έχουν κοινωνικοπολιτικό νόημα.
Ο γκονταρικός κινηματογράφος, τα Συνέβη στην Αμερική (1967), Δύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’αυτήν, Ο σώζων εαυτόν σωθήτω (1979), το Alphaville (1965), Ο μικρός στρατιώτης (1960) κ.α., διακρίνονται για την ασυνέχεια και την αποσπασματικότητα στην ανάπτυξη της μυθοπλασίας και στην αφήγηση.
Η Περιφρόνηση (1963) περιγράφει το σβήσιμο του έρωτα της Καμίγ για τον σεναρίστα άντρα της, από τη στιγμή που αυτός συμβιβάζεται με τον χοντροκομμένο παραγωγό του… Ο Γκοντάρ φτιάχνει μια απελπισμένη, ποιητική ταινία στοχασμού για τον έρωτα και τον κινηματογράφο. Ο ρόλος του Φριτς Λανγκ, που υποδύεται τον εαυτό του να ετοιμάζεται να γυρίσει μια υπερπαραγωγή πάνω στον Οδυσσέα, συμπιεσμένος από τις απαιτήσεις των παραγωγών, δίνει μια βαθύτερη, τραγική διάσταση στη διερεύνηση της κινηματογραφικής τέχνης. Τα τέσσερα πρόσωπα στήνουν ένα σκηνικό συναισθημάτων, ματαιωμένων πράξεων και καταδυναστευτικών ενεργειών.
Το Συνέβη στην Αμερική (Made in USA) αποτελεί σύνθεση αστυνομικού, πολιτικού φιλμ και αποδιαρθρωμένης, κατεστραμένης κιν/κής αφήγησης. Μίγμα κυβισμού, ποπ αρτ και επανατοποθέτησης των κωδίκων του κλασικού αμερικάνικου φιλμ νουάρ. Πρόκειται για τη δαιδαλώδη έρευνα που διεξάγει η Άννα Καρίνα για να εξιχνιάσει μια μυστηριώδη πολιτική δολοφονία, που θυμίζει αυτές του Μπεν Μπαρκά και του Κένεντι…
Το Ο σώζων εαυτόν σωθήτω θέτει σε λειτουργία μια ασυνεχή αφήγηση, τεμαχισμένη σε κεφάλαια, επεισόδια και πλάνα που συνθέτουν ένα οπτικοακουστικό κολάζ. Το μοντάζ έχει γίνει αντικείμενο μελέτης, οι μορφές και οι σημασίες ενός πλάνου συγκρούονται μ’αυτές του επόμενου και παράγουν νέο νόημα και νέες φόρμες. Στο φιλμ αναβλύζει βίαια η μοναδικότητα της κινηματογραφικής έμπνευσης του Γκοντάρ, επειδή εφευρίσκει νέες μορφές. Η μέθοδός του είναι να περνά διαρκώς από τη λογική και αναλυτική διαδικασία και σκέψη, στην ποίηση και τη φαντασία, και το αντίστροφο. Έτσι είναι δύσκολο και άσκοπο να διαχωρίσεις τις ασκήσεις της λογικής, τα επιτεύγματα του στοχασμού και της ανάλυσης, από το παράδοξο, το άλογο και τη φαντασίωση. Η ταινία, σε συνεχή αναβρασμό, κινητικότητα και ανάπτυξη, κομματιάζεται σε πολλά θεματικά μοτίβα: αναφέρεται στη δυσκολία επικοινωνίας και την αδυναμία επαφής του άντρα με τη γυναίκα. Στα ζητήματα της σεξουαλικότητας, της πορνείας, της διαστροφής και της «αισχρότητας». Στον εμπορευματοποιημένο έρωτα, που διέπεται από την εξουσία του ενός σώματος επί του άλλου κι από τους κανόνες της αγοράς. Ο Γκοντάρ εξετάζει το ρόλο του καλλιτέχνη, το φόβο του απέναντι στη ζωή, τις σχέσεις του με τους υπόλοιπους ανθρώπους και τα κίνητρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Διερευνά το ζήτημα της εργασίας και των ρυθμών της, την υποδούλωσή της στη βιομηχανική, καπιταλιστική λογική. Τον απασχολεί ο ασφυκτικός κλοιός της πόλης σε αντίθεση με τις ανάσες που μας προσφέρει η φύση. Το Ο σώζων εαυτόν σωθήτω έχει κατασκευαστεί πάνω στο πρόβλημα της ανθρώπινης και κινηματογραφικής επικοινωνίας. Το σινεμά αποτελεί θεμελιακό θέμα του Γκοντάρ, που φωτίζεται από την αυτό-ανάλυσή του ως μέσου έκφρασης: ποιοι είναι οι κώδικές του, ποια η ύλη του και πώς μπορεί να υποστεί μια ανατομική, αναλυτική εξέταση; (ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί, μ’αυτό το στόχο, την αργή κίνηση της εικόνας, για παράδειγμα). Ακολουθεί η ανασύνθεση των μορφών σε νέα, νεωτεριστική βάση, η δημιουργία μιας καινούργιας οπτικοακουστικής φαντασμαγορίας, μιας μαγικής χορογραφίας σχημάτων, χρωμάτων, ήχων και μουσικών…
Το Alphaville είναι ένα φιλμ πολιτικής επιστημονικής φαντασίας που μοιάζει με μελλοντολογικό φιλμ νουάρ: Στον αυριανό αυτοματοποιημένο, παγερό κόσμο όπου κυριαρχεί συνθλιπτικά η τεχνοκρατία και οι ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι, τα άτομα έχουν μετατραπεί σε απρόσωπα ρομπότ. Παρόλα αυτά, το συναίσθημα και η αγάπη μπορούν να ξαναδώσουν πνοή και ελευθερία στη ζωή των καταπιεσμένων ανθρώπων, μας λέει ο Γκοντάρ.
Όλα τα προαναφερθέντα φιλμ χαρακτηρίζονται από τη συνάρθρωση ετερογενών υλικών, σε ένα ενιαίο αισθητικό σύνολο. Ο σκηνοθέτης εισήγαγε στα φιλμ του εικόνες από τα κόμικς, την ποπ αρτ, τα γκράφιτις, μεσότιτλους που μας αιφνιδιάζουν, ζωγραφικούς πίνακες και εξώφυλλα βιβλίων, αναφορές σε βιβλία και έργα της γαλλικής και παγκόσμιας τέχνης, αντικείμενα και δείγματα του τεχνολογικού και βιομηχανικού πολιτισμού. Ο Γκοντάρ φιλοσοφεί, κάνει κοινωνιολογία και πολιτική, στοχάζεται πάνω στη γλώσσα και την επικοινωνία, παίζει με την τέχνη, την κουλτούρα και το λόγο, παραδοξολογεί, κάνει λογοπαίγνια και συνθέτει ποιητικές σκηνές.
Χρησιμοποιεί, ανασκευασμένα, διάφορα κλασικά κινηματογραφικά είδη: κομεντί, φιλμ νουάρ, φανταστικό κινηματογράφο, αστυνομικό φιλμ και κινηματογράφο-αλήθεια. Ενσωματώνει στις ταινίες του τη λογοτεχνία, το παράλογο, το μαύρο χιούμορ, την πολιτική στράτευση, την εθνολογία, τα διάφορα ντοκουμέντα και τις πολιτισμικές αναφορές. Μέσα από τις ιδεολογικές κι αισθητικές αναζητήσεις του ξεπροβάλλουν ανάγλυφα διάφορες όψεις και προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας της εποχής του. Διότι υπήρξε, ο χρονικογράφος και, συνάμα, ο πρωτοποριακός καλλιτέχνης της.
Ο Γκοντάρ διερεύνησε τη γλώσσα και τα υλικά του σινεμά με τη διάθεση να πειραματιστεί και να ανακαλύψει. Υπήρξε εικονοκλάστης και, παράλληλα, μεγάλος εικονοπλάστης νέων φιλμικών μορφών. Ανέλυσε και ανασύνθεσε την κινηματογραφική αφήγηγση, φόρμα και τεχνική, και έτσι δημιούργησε ένα νέο ιδίωμα, βασισμένο στην αποδόμηση του παραδοσιακού σινεμά, στην ποίηση, στην αποστασιοποίηση και την αποδιάρθρωση της κλασικής μυθοπλασίας και δραματουργίας. Πρώτα απ’όλα, υπήρξε δημιουργός πρωτότυπων εικόνων και ήχων, νέων μονταζικών και οπτικών μορφών, ρηξικέλευθων ιδεών και αναζητήσεων σχετικά με την τέχνη του…
Θ.Σούμας

