Αρχική Σελίδα >
Κινηματογραφικά Θέματα
Οι Νύχτες με πανσέληνο και η μέθοδος Ρομέρ
Οι Κωμωδίες και παροιμίες, σειρά κινηματογραφικών φιλμ στην οποία ανήκουν και οι Νύχτες με πανσέληνο είναι ένα σύνολο σπινθηροβόλων, γεμάτων φινέτσα και μπρίο ταινιών, που περιστρέφονται γύρω από αστείες και, ταυτόχρονα, πικρές ερωτικές και ψυχολογικές καταστάσεις, γύρω από λεπτά συναισθηματικά και ηθικά διλήμματα. Τα πνευματώδη και σοφά φιλμ της κινηματογραφικής σειράς μοιάζουν με πολυεδρικά, αστραφτερά πετράδια, λάμπουν χάρη στη σπιρτάδα και την εξυπνάδα τους. Η απλότητα στην έκφραση συμβαδίζει με το πλούσιο και στοχαστικό περιεχόμενο. Ο Ρομέρ δίνει τεράστια σημασία στην ουσία και τη σκέψη των φιλμ του, γράφει και ξαναγράφει τους διαλόγους, μερικές φορές συνδυάζοντάς το με το χαρακτήρα και την περσόνα των ηθοποιών του, που έτσι συνεργάζονται μαζί του ουσιαστικά, συνεισφέροντας σε έναν αυτοσχεδιασμό με βάση το συγκεκριμένο σχέδιο του σκηνοθέτη. Η αυστηρή φόρμα, ο πλούτος και το νόημα των ταινιών του τού χάρισαν το χαρακτηρισμό κλασικός. Είναι κλασικός γιατί αδιαφορεί για τη μόδα. Πιστεύει ότι αυτό που είναι πάντοτε επίκαιρο είναι το κλασικό. Ενδιαφέρεται για τα σταθερά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης συμπεριφοράς, για τα συναισθήματα, για τις λεπτές αποχρώσεις και τις περιπλοκές της έκφρασης των ανθρώπων. Η μορφή των φιλμ του είναι απέριττη. Κυριαρχημένη, μα και χυμώδης κι απολαυστική. Οι έξυπνοι, αστραφτεροί διάλογοι συμπληρώνονται με την τελειότητα και τη ζωγραφικότητα των κάδρων ( στις Νύχτες με πανσέληνο κυριαρχεί το εικαστικό ύφος του Μοντριάν, σε αρμονία με το καθαρό, διαυγές στυλ του φιλμ).
Στις Νύχτες με πανσέληνο η ανήσυχη, «ψαγμένη» Λουίζ (την υποδύεται η εκφραστικότατη κι αληθινή Πασκάλ Οζιέ, που δυστυχώς πέθανε νεότατη, λίγους μήνες μετά το τέλος του φιλμ) τα έχει με τον σοβαρό και σπιτόγατο Ρεμί (Τσέκυ Κάριο). Παρόλο που τον αγαπάει, επιλέγει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της, και όχι τη δέσμευση. Προτιμά να ζει τον έρωτα, να φλερτάρει, να ερευνά. Θέλει να έχει και ένα δεύτερο διαμέρισμα στο Παρίσι, μόνη της, για να διασφαλίζει την αυτονομία της και να ξεφεύγει από τους ασφυκτικούς εναγκαλισμούς των ανδρών (είτε του Ρεμί, είτε του παντρεμένου διανοούμενου Οκτάβ, που την έχει ερωτευτεί). Η Λουίζ θέλει να σκηνοθετεί τη ζωή και το σπίτι της, να διακοσμεί με το προσωπικό της γούστο το διαμέρισμά της (είναι διακοσμήτρια). Όμως η ζωή διαψεύδει, ανατρέπει τη σκηνοθεσία της και τις φαντασιώσεις και τις προσδοκίες της. Υπάρχει μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στη φαντασία της και την πραγματικότητα την οποία ζει.
Αυτή η διάσταση ή διάψευση συναντιέται σε όλο το έργο του Ρομέρ. Tο λάθος, η παραγνώριση της πραγματικότητας ή της προσωπικής ερωτικής επιθυμίας, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά των διαλόγων και των συμπεριφορών των ηρώων του. Tα πρόσωπα συμβαίνει να μη γνωρίζουν καλά τον εαυτό τους. Συχνά η γλώσσα έρχεται σε διάσταση με την πραγματικότητα, τα μηνύματά της αντιφάσκουν προς τα πραγματικά δεδομένα. Oι εξαντλητικά επεξεργασμένοι διάλογοι των ταινιών του Ρομέρ δεν λένε πάντα την αλήθεια. Συχνά την απωθούν ή ψεύδονται συστηματικά, παρά τη θέληση των ηρώων. Oι ήδη περίπλοκες ψυχολογικές, ηθικές κι ερωτικοσυναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων περιπλέκονται ακόμα περισσότερο λόγω της σχέσης τους με τη γλώσσα. Ποτέ δεν την κατέχουν πλήρως, προσπαθούν βέβαια να της επιβληθούν, να την κυριαρχήσουν, όμως αυτή τους διαφεύγει, τους ξεγελά και τους στήνει παγίδες, τους προδίδει. Στις Νύχτες με πανσέληνο αυτός που παίζει το ρόλο του διαλογίστα και σεναριογράφου στο πλέγμα των σχέσεων των προσώπων, είναι ο δημοσιογράφος Οκτάβ (τον υποδύεται ο ρομερικός Φαμπρίς Λουσινύ), που ενσαρκώνει το ατέρμονο, πλατωνικό φλερτ της Λουίζ.
Στις Νύχτες με πανσέληνο η ανήσυχη, «ψαγμένη» Λουίζ (την υποδύεται η εκφραστικότατη κι αληθινή Πασκάλ Οζιέ, που δυστυχώς πέθανε νεότατη, λίγους μήνες μετά το τέλος του φιλμ) τα έχει με τον σοβαρό και σπιτόγατο Ρεμί (Τσέκυ Κάριο). Παρόλο που τον αγαπάει, επιλέγει την ελευθερία και την ανεξαρτησία της, και όχι τη δέσμευση. Προτιμά να ζει τον έρωτα, να φλερτάρει, να ερευνά. Θέλει να έχει και ένα δεύτερο διαμέρισμα στο Παρίσι, μόνη της, για να διασφαλίζει την αυτονομία της και να ξεφεύγει από τους ασφυκτικούς εναγκαλισμούς των ανδρών (είτε του Ρεμί, είτε του παντρεμένου διανοούμενου Οκτάβ, που την έχει ερωτευτεί). Η Λουίζ θέλει να σκηνοθετεί τη ζωή και το σπίτι της, να διακοσμεί με το προσωπικό της γούστο το διαμέρισμά της (είναι διακοσμήτρια). Όμως η ζωή διαψεύδει, ανατρέπει τη σκηνοθεσία της και τις φαντασιώσεις και τις προσδοκίες της. Υπάρχει μεγάλη σύγκρουση ανάμεσα στη φαντασία της και την πραγματικότητα την οποία ζει.
Αυτή η διάσταση ή διάψευση συναντιέται σε όλο το έργο του Ρομέρ. Tο λάθος, η παραγνώριση της πραγματικότητας ή της προσωπικής ερωτικής επιθυμίας, αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά των διαλόγων και των συμπεριφορών των ηρώων του. Tα πρόσωπα συμβαίνει να μη γνωρίζουν καλά τον εαυτό τους. Συχνά η γλώσσα έρχεται σε διάσταση με την πραγματικότητα, τα μηνύματά της αντιφάσκουν προς τα πραγματικά δεδομένα. Oι εξαντλητικά επεξεργασμένοι διάλογοι των ταινιών του Ρομέρ δεν λένε πάντα την αλήθεια. Συχνά την απωθούν ή ψεύδονται συστηματικά, παρά τη θέληση των ηρώων. Oι ήδη περίπλοκες ψυχολογικές, ηθικές κι ερωτικοσυναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων περιπλέκονται ακόμα περισσότερο λόγω της σχέσης τους με τη γλώσσα. Ποτέ δεν την κατέχουν πλήρως, προσπαθούν βέβαια να της επιβληθούν, να την κυριαρχήσουν, όμως αυτή τους διαφεύγει, τους ξεγελά και τους στήνει παγίδες, τους προδίδει. Στις Νύχτες με πανσέληνο αυτός που παίζει το ρόλο του διαλογίστα και σεναριογράφου στο πλέγμα των σχέσεων των προσώπων, είναι ο δημοσιογράφος Οκτάβ (τον υποδύεται ο ρομερικός Φαμπρίς Λουσινύ), που ενσαρκώνει το ατέρμονο, πλατωνικό φλερτ της Λουίζ.
Η Λουίζ είναι η ευαίσθητη και χειραφετημένη Γαλλίδα νέα της δεκαετίας του ’80, ανοιχτή στις νέες εμπειρίες. Δεν θέλει να επιλέξει τη σταθερότητα της αγάπης. Δεν δέχεται να κάνει έρωτα με τον λεπτεπίλεπτο φίλο της διανοούμενο Οκτάβ που είναι πνευματώδης και σκέπτεται πολύ, αλλά προτιμά να κάνει εφήμερο σεξ φέρνοντας στο κρεβάτι της τον σέξυ νεαρό που γνωρίζει χορεύοντας στο πάρτυ και είναι σωματικός τύπος. Μ’αυτό τον τρόπο γυρίζει, επίσης, την πλάτη στον σοβαρό και σταθερό Ρεμί που την αγαπάει. Ο Ρομέρ διερευνά το ζήτημα της γυναικείας σεξουαλικής χειραφέτησης, της προτίμησης εκ μέρους των γυναικών προς τους αρρενωπούς, τολμηρούς επιβήτορες, της απόρριψης του άντρα που είναι διανοητικός τύπος. Αναφέρεται και στην πίκρα του διανοούμενου που έχει απορριφθεί ερωτικά, μιας και ο Οκτάβ είναι κάτι σαν αντιπρόσωπός του στη μυθοπλασία, γιατί είναι αυτός που κατέχει και ασκεί το χειρισμό της γλώσσας, όπως ο Ρομέρ.
Το βασικό θεματικό μοτίβο, όπως και σε άλλες Κωμωδίες και παροιμίες, είναι τα ζευγάρια που ερωτεύονται, χωρίζουν και τα ξαναφτιάχνουν, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στον έρωτα και τη φιλία, που έτσι κι αλλιώς μπαίνουν σε δοκιμασία από τα λόγια τους και τους συνεχείς πειρασμούς.
Οι ταινίες του Ρομέρ περιστρέφονται συχνά γύρω από τις αβέβαιες, διστακτικές κι επώδυνες αναζητήσεις της ακαταστάλαχτης ερωτικής επιθυμίας, που δεν έχει εντοπίσει με ακρίβεια το στόχο της. Αυτός είναι ένας από τους άξονες της ρομερικής προβληματικής: οι δυσκολίες αναγνώρισης του ερωτικού πόθου από το ίδιο το υποκείμενό του. Οι ήρωες του Ρομέρ συχνά παραπλανούνται, σχετικά με το ποιο πρόσωπο ποθούν στ’ αλήθεια. Ο ερωτικός πόθος τους λαθεύει ή δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το άτομο που αποτελεί αντικείμενό του. Αυτό συμβαίνει γιατί τα πρόσωπα, παραγνωρίζοντας την ανθρώπινη πραγματικότητα που τους περιβάλλει, παρερμηνεύουν συγχρόνως και την πραγματικότητα του δικού τους πόθου.
Ο Ρομέρ ζωγραφίζει και διερευνά τα αρχέγονα ανθρώπινα συναισθήματα στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, με σοφία, χάρη και απλότητα. Είναι ο ευαίσθητος κι ακριβής ανατόμος των ψυχικοσυναισθηματικών περιπλοκών. Ένας ψυχολόγος και, παράλληλα, κοινωνιολόγος των μοντέρνων ηθών. Ως ρεαλιστής, διαλέγει να ασχοληθεί με τα ερωτικά ήθη και την ηθική της σημερινής γαλλικής κοινωνίας. Ως μελετητής της ηθικής, ως μοραλιστής, αρθρώνει έναν ανεξάντλητο σ’ενδιαφέρον λόγο περί ηθικής. Ως αφηγητής, μας ξαφνιάζει με την αναπάντεχη εξελίξη των μυθοπλασιών του. Η ιδιοφυία του έγκειται στην τελειότητα αυτών των συνδυασμών.
Στις Νύχτες με πανσέληνο και στις άλλες Κωμωδίες και παροιμίες μάς μιλά ως εθνο-κοινωνιολόγος, ως μάρτυρας των ηθών της εποχής του, για την απελευθερωμένη νεολαία του ’80. Διακρίθηκε ως ζωγράφος των αισθημάτων και των ανθρώπινων χαρακτήρων, ενάντια στο μοντερνίστικο ρεύμα της εποχής του που απέρριπτε την ψυχολογία στον κινηματογράφο. Επέμεινε και ξεχώρισε ως (χαμηλότονος) αφηγητής των περιπετειών και δοκιμασιών των σύγχρονων ψυχών, όταν -προς δικαίωσή του- η αφήγηση και η ψυχολογία επέστρεψαν στο σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά.
Είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσεις την άποψη του ίδιου του Ρομέρ μέσα στη μυθοπλασία, ανάμεσα στα λόγια και τις ιδέες των προσώπων του. Κρύβει τα χαρτιά του και αφήνει αναπάντητο το ερώτημα. Καλύπτεται πίσω από την ουδετερότητα του κοινωνιολόγου, πίσω από το λόγο των προσώπων του και δείχνει να ενστερνίζεται πότε αυτό που λέει ο ένας και πότε αυτό που λέει ο άλλος. Μερικές φορές μιλά με τη φωνή ενός ήρωά του (εδώ, μάλλον με του Οκτάβ), αλλά δεν ξέρουμε με βεβαιότητα πότε. Αυτοτοποθετείται ως μάρτυρας απέναντι στα νεαρά πρόσωπά του και τα παρατηρεί. Το κάνει, όμως, με καλοσύνη και στοργή, γιατί αγαπάει τους νέους. Το ενδιαφέρον του είναι καλοπροαίρετο, προστατευτικό, αγαθό και γενναιόδωρο. Μ’αυτό τον τρόπο νοσταλγεί και αποζητά τη χαμένη του νιότη.
Ολοφάνερη είναι η προσήλωση και η συμπάθειά του προς τις νεαρές γυναίκες. Ο ρόλος τους στο ρομερικό έργο είναι σημαντικότατος, ερωτικοποιούν τις μυθοπλασίες και αποτελούν ένα μέσο επαφής κι επικοινωνίας με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτές οι μυθοπλασίες αναφέρονται στην εποχή και την κατάσταση που υπάρχουν μετά την εγκαθίδρυση του φεμινιστικού λόγου. Εμπεριέχουν αρκετή πίκρα, ίσως λόγω της διάψευσης της ουτοπίας της ελευθερίας μέσα στη μοντέρνα, ψυχρή κι αποξενωμένη κοινωνία. Οι Κωμωδίες και παροιμίες βασίζονται στα χαριτωμένα, δροσερά κορίτσια που ερωτεύονται, δοκιμάζονται κι αναζητούν την ευτυχία, την ελευθερία και τον έρωτα. Η όλο τρυφερότητα ατμόσφαιρα, η ροή των συναισθημάτων και της αγάπης, τα βλέμματα προς τα ελαφρά ντυμένα γυναικεία κορμιά, λούζουν τα φιλμ με ένα διακριτικό αισθησιασμό, διαποτισμένο με άρωμα γυναίκας.
Το βασικό θεματικό μοτίβο, όπως και σε άλλες Κωμωδίες και παροιμίες, είναι τα ζευγάρια που ερωτεύονται, χωρίζουν και τα ξαναφτιάχνουν, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στον έρωτα και τη φιλία, που έτσι κι αλλιώς μπαίνουν σε δοκιμασία από τα λόγια τους και τους συνεχείς πειρασμούς.
Οι ταινίες του Ρομέρ περιστρέφονται συχνά γύρω από τις αβέβαιες, διστακτικές κι επώδυνες αναζητήσεις της ακαταστάλαχτης ερωτικής επιθυμίας, που δεν έχει εντοπίσει με ακρίβεια το στόχο της. Αυτός είναι ένας από τους άξονες της ρομερικής προβληματικής: οι δυσκολίες αναγνώρισης του ερωτικού πόθου από το ίδιο το υποκείμενό του. Οι ήρωες του Ρομέρ συχνά παραπλανούνται, σχετικά με το ποιο πρόσωπο ποθούν στ’ αλήθεια. Ο ερωτικός πόθος τους λαθεύει ή δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το άτομο που αποτελεί αντικείμενό του. Αυτό συμβαίνει γιατί τα πρόσωπα, παραγνωρίζοντας την ανθρώπινη πραγματικότητα που τους περιβάλλει, παρερμηνεύουν συγχρόνως και την πραγματικότητα του δικού τους πόθου.
Ο Ρομέρ ζωγραφίζει και διερευνά τα αρχέγονα ανθρώπινα συναισθήματα στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες, με σοφία, χάρη και απλότητα. Είναι ο ευαίσθητος κι ακριβής ανατόμος των ψυχικοσυναισθηματικών περιπλοκών. Ένας ψυχολόγος και, παράλληλα, κοινωνιολόγος των μοντέρνων ηθών. Ως ρεαλιστής, διαλέγει να ασχοληθεί με τα ερωτικά ήθη και την ηθική της σημερινής γαλλικής κοινωνίας. Ως μελετητής της ηθικής, ως μοραλιστής, αρθρώνει έναν ανεξάντλητο σ’ενδιαφέρον λόγο περί ηθικής. Ως αφηγητής, μας ξαφνιάζει με την αναπάντεχη εξελίξη των μυθοπλασιών του. Η ιδιοφυία του έγκειται στην τελειότητα αυτών των συνδυασμών.
Στις Νύχτες με πανσέληνο και στις άλλες Κωμωδίες και παροιμίες μάς μιλά ως εθνο-κοινωνιολόγος, ως μάρτυρας των ηθών της εποχής του, για την απελευθερωμένη νεολαία του ’80. Διακρίθηκε ως ζωγράφος των αισθημάτων και των ανθρώπινων χαρακτήρων, ενάντια στο μοντερνίστικο ρεύμα της εποχής του που απέρριπτε την ψυχολογία στον κινηματογράφο. Επέμεινε και ξεχώρισε ως (χαμηλότονος) αφηγητής των περιπετειών και δοκιμασιών των σύγχρονων ψυχών, όταν -προς δικαίωσή του- η αφήγηση και η ψυχολογία επέστρεψαν στο σύγχρονο ευρωπαϊκό σινεμά.
Είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσεις την άποψη του ίδιου του Ρομέρ μέσα στη μυθοπλασία, ανάμεσα στα λόγια και τις ιδέες των προσώπων του. Κρύβει τα χαρτιά του και αφήνει αναπάντητο το ερώτημα. Καλύπτεται πίσω από την ουδετερότητα του κοινωνιολόγου, πίσω από το λόγο των προσώπων του και δείχνει να ενστερνίζεται πότε αυτό που λέει ο ένας και πότε αυτό που λέει ο άλλος. Μερικές φορές μιλά με τη φωνή ενός ήρωά του (εδώ, μάλλον με του Οκτάβ), αλλά δεν ξέρουμε με βεβαιότητα πότε. Αυτοτοποθετείται ως μάρτυρας απέναντι στα νεαρά πρόσωπά του και τα παρατηρεί. Το κάνει, όμως, με καλοσύνη και στοργή, γιατί αγαπάει τους νέους. Το ενδιαφέρον του είναι καλοπροαίρετο, προστατευτικό, αγαθό και γενναιόδωρο. Μ’αυτό τον τρόπο νοσταλγεί και αποζητά τη χαμένη του νιότη.
Ολοφάνερη είναι η προσήλωση και η συμπάθειά του προς τις νεαρές γυναίκες. Ο ρόλος τους στο ρομερικό έργο είναι σημαντικότατος, ερωτικοποιούν τις μυθοπλασίες και αποτελούν ένα μέσο επαφής κι επικοινωνίας με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αυτές οι μυθοπλασίες αναφέρονται στην εποχή και την κατάσταση που υπάρχουν μετά την εγκαθίδρυση του φεμινιστικού λόγου. Εμπεριέχουν αρκετή πίκρα, ίσως λόγω της διάψευσης της ουτοπίας της ελευθερίας μέσα στη μοντέρνα, ψυχρή κι αποξενωμένη κοινωνία. Οι Κωμωδίες και παροιμίες βασίζονται στα χαριτωμένα, δροσερά κορίτσια που ερωτεύονται, δοκιμάζονται κι αναζητούν την ευτυχία, την ελευθερία και τον έρωτα. Η όλο τρυφερότητα ατμόσφαιρα, η ροή των συναισθημάτων και της αγάπης, τα βλέμματα προς τα ελαφρά ντυμένα γυναικεία κορμιά, λούζουν τα φιλμ με ένα διακριτικό αισθησιασμό, διαποτισμένο με άρωμα γυναίκας.
Θ.Σούμας

