Αρχική Σελίδα >
Κινηματογραφικά Θέματα
Ο ερωτισμός στον κινηματογράφο
(Ανέβασμα στον ουρανό, Η εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλντο ντε Λα Κρουζ)
Στις δύο ταινίες του καταλόγου του Studio-παράλληλο κύκλωμα, Η εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλτο ντε Λα Κρουζ (1955) και Ανέβασμα στον ουρανό (1951), ο ιδιοφυής σουρεαλιστής σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ περιγράφει ορισμένους παράξενους ερωτικούς πόθους, μερικούς παράδοξα ζωντανεμένους και εικονοποιημένους έρωτες.
Στο Ανέβασμα στον ουρανό του Μπουνιουέλ, ο νιόπαντρος νέος που δεν πρόλαβε να ζήσει την πρώτη νύχτα του γάμου του, κατά τη διάρκεια ενός πρωτόγνωρου ταξιδιού που αποτελεί εμπειρία ζωής, πολιορκείται από την αισθησιακή Ρακέλ.
Ο Μπουνιουέλ σκηνοθετεί αισθαντικά πλάνα της Ρακέλ σε διάφορες στάσεις, με ανασηκωμένη τη φούστα για να αποφύγει τα νερά του ποταμιού, με προτεταμένους τους ξεγυμνωμένους μηρούς για να προκαλέσει το νιόπαντρο νεαρό και το θεατή. Εντελώς παράξενο και σουρεαλιστικό είναι το όνειρο του διεγερμένου, δίπλα στη Ραχέλ, νέου
-ένα είδος ενοχικής σεξουαλικής φαντασίωσης- στο οποίο συμμετέχουν η πλανεύτρα, η όμορφη σύζυγος και η μητέρα του ήρωα.
Στο Ανέβασμα στον ουρανό του Μπουνιουέλ, ο νιόπαντρος νέος που δεν πρόλαβε να ζήσει την πρώτη νύχτα του γάμου του, κατά τη διάρκεια ενός πρωτόγνωρου ταξιδιού που αποτελεί εμπειρία ζωής, πολιορκείται από την αισθησιακή Ρακέλ.
Ο Μπουνιουέλ σκηνοθετεί αισθαντικά πλάνα της Ρακέλ σε διάφορες στάσεις, με ανασηκωμένη τη φούστα για να αποφύγει τα νερά του ποταμιού, με προτεταμένους τους ξεγυμνωμένους μηρούς για να προκαλέσει το νιόπαντρο νεαρό και το θεατή. Εντελώς παράξενο και σουρεαλιστικό είναι το όνειρο του διεγερμένου, δίπλα στη Ραχέλ, νέου
-ένα είδος ενοχικής σεξουαλικής φαντασίωσης- στο οποίο συμμετέχουν η πλανεύτρα, η όμορφη σύζυγος και η μητέρα του ήρωα.
Στην Εγκληματική ζωή του Αρτσιμπάλτο ντε Λα Κρουζ ο ήρωας, ένας συμπαθής, αστείος και, ουσιαστικά μισοανίκανος, ώριμος άντρας, κρύβει μέσα του τον έντονο, παράδοξο πόθο να σκοτώσει ορισμένες ποθητές γυναίκες (αντί να κάνει σεξ μαζί τους) του περιβάλλοντός του. Όταν ήταν μικρός ζούσε στα φουστάνια της επιβλητικής αστής μητέρας και της ωραίας γκουβερνάντας του, ντυνόταν γυναικεία ταυτισμένος με τις κυριαρχικές γυναίκες του σπιτιού και ίσως τις μιμείτο.
Η αφετηρία του προβλήματος του ήρωα -καθώς επίσης και της μυθοπλασίας- υπήρξε το γεγονός ότι η μητέρα του τού δώρισε, όταν ήταν μικρός, ένα μουσικό κουτί με μια χορεύτρια που στριφογύριζε επάνω: Το κακομαθημένο αστόπαιδο πίστεψε λόγω του παραμυθιού της γκουβερνάντας -και εξαιτίας της δομής του ψυχισμού του και της οικογένειάς του- ότι η χορεύτρια που στροβιλίζεται έδωσε μια μαγική δύναμη στη σκέψη του (αυτή που είχε δώσει στο βασιλιά στον οποίο ανήκε στο παρελθόν, σύμφωνα με το παραμύθι): Τη δύναμη, την ικανότητα να βάζει τέλος στη ζωή όμορφων γυναικών τις οποίες επιθυμεί να φονεύσει (και να ερωτοτροπήσει μαζί τους). Αυτή η έμμονη ιδέα του, βασίζεται στη νευρωτική ψευδαίσθηση της “παντοδυναμίας της σκέψης”, μια νεύρωση που οδηγεί το άτομο να πιστέψει ότι η σκέψη του είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να επιβάλλεται στην πραγματικότητα. Έτσι ο Αρτσιμπάλτο, σε όλη τη διάρκεια της ανέλιξης της μυθοπλασίας, προσπαθεί να δοκιμάσει, να πιστοποιήσει την υποτιθέμενη παντοδυναμία της σκέψης του πάνω στο δικαίωμα ζωής των γοητευτικών γυναικών που αναστατώνουν τη ζωή του.
Ο κεντρικός ήρωας ένιωσε ηδονή στη θέα του πρώτου φόνου που είδε, του τυχαίου θανάτου της σαγηνευτικής γκουβερνάντας του, που προκλήθηκε από αδέσποτη σφαίρα κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων αστυνομίας και επαναστατών (μια ακόμη βίαιη εισβολή της πολιτικής στο σινεμά του Μπουνιουέλ…) Το αίμα στους ξεγυμνωμένους μηρούς με τις μεταξωτές κάλτσες και τις ζαρτιέρες, του δημιούργησε χαρά και απόλαυση, γέννησε μέσα του τη σαδιστική επιθυμία του φόνου, τη χαρά τού να αισθάνεται ισχυρός.
Ο Αρτσιμπάλτο είναι, ακόμη, σαν παιδί που θέλει να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του: στις χωρίς όρια -ερωτικές και δολοφονικές- προσωπικές επιθυμίες του, στις παιδιστικές «πολυμορφικές διαστροφές» του.
Κρύβει επίσης μέσα του έναν καλλιτέχνη: Είναι αγγειοπλάστης με πολύ μεράκι, καθώς και καλλιτέχνης στη σκηνοθεσία του ερωτικού (σαδιστικού) πόθου του. Καλλιτέχνης στην προετοιμασία του κατά φαντασίαν εγκλήματος. Ένας ιδεαλιστής κλεισμένος στον κόσμο των σκέψεων και των φαντασιώσεων. Συμπεριφέρεται ως ένας απόλυτος και κακομαθημένος μεγαλοαστός που θέλει, αυθαίρετα, να επιβάλλει τους πόθους του στους γύρω του ανθρώπους, στις γυναίκες.
Ο ήρωας του Μπουνιουέλ είναι ένας μάλλον ανίκανος σαδιστής που θέλει να σκοτώσει τις ποθούμενες γυναίκες (ή να κάνει έρωτα μαζί τους) αλλά η πραγματικότητα τον προλαβαίνει και τον διαψεύδει με περισσή ειρωνεία ειρωνεία της τύχης, που υποκινεί και σκηνοθετεί σα να σταλάζει φαρμάκι στον ήρωά του, ο δημιουργός του. Ο Αρτσιμπάλντο αποτυχαίνει στην εκτέλεση τεσσάρων φόνων γυναικών τους οποίους σχεδιάζει: Της αδελφής νοσοκόμας, μιας προκλητικής ξανθιάς, ενός μοντέλου και τέλος της άπιστης συζύγου του (θέλει να τη σκοτώσει την πρώτη νύχτα του γάμου!). Ο σαδισμός του είναι γελοίος γιατί συνεχώς αποτυχαίνει να πάρει σάρκα και οστά, να πλήξει το ζωντανό «αντικείμενό» του, το οποίο την τελευταία στιγμή πάντα του ξεφεύγει. Γι’αυτό ο σαδισμός του Αρτσιμπάλντο ασκείται τελικά στο ομοίωμα της γυναίκας που θέλει να δολοφονήσει, σε μια κούκλα σε μέγεθος γυναίκας. Έτσι ο ώριμος άντρας μένει στο διηνεκές ανικανοποίητος, στερημένος και ευνουχισμένος (πρωτ’απ’όλα από την πρώτη του σχέση, αυτή με την αυταρχική μητέρα του).
Στη σκηνή της Εγκληματικής ζωής του Αρτσιμπάλντο ντε Λα Κρουζ που επιλέξαμε, επισκέπτεται την έπαυλή του η Λαβίνια, ένα όμορφο και έξυπνο μανεκέν. Μετά από λίγο συμπεραίνουμε ότι ο Αρτσιμπάλντο επιθυμεί τόσο να τη δολοφονήσει όσο και να της κάνει σεξ, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στα δύο… Έχει αγοράσει από τον οίκο ραπτικής όπου εργαζόταν η Λαβίνια, μια κούκλα ακριβώς όμοια με τη γυναίκα, και την έχει τοποθετήσει στο σαλόνι του. Όταν η Λαβίνια του αντιστέκεται, χαϊδολογάει την κούκλα. Αυτό διεγείρει τη Λαβίνια και τον φιλάει.
Η αφετηρία του προβλήματος του ήρωα -καθώς επίσης και της μυθοπλασίας- υπήρξε το γεγονός ότι η μητέρα του τού δώρισε, όταν ήταν μικρός, ένα μουσικό κουτί με μια χορεύτρια που στριφογύριζε επάνω: Το κακομαθημένο αστόπαιδο πίστεψε λόγω του παραμυθιού της γκουβερνάντας -και εξαιτίας της δομής του ψυχισμού του και της οικογένειάς του- ότι η χορεύτρια που στροβιλίζεται έδωσε μια μαγική δύναμη στη σκέψη του (αυτή που είχε δώσει στο βασιλιά στον οποίο ανήκε στο παρελθόν, σύμφωνα με το παραμύθι): Τη δύναμη, την ικανότητα να βάζει τέλος στη ζωή όμορφων γυναικών τις οποίες επιθυμεί να φονεύσει (και να ερωτοτροπήσει μαζί τους). Αυτή η έμμονη ιδέα του, βασίζεται στη νευρωτική ψευδαίσθηση της “παντοδυναμίας της σκέψης”, μια νεύρωση που οδηγεί το άτομο να πιστέψει ότι η σκέψη του είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να επιβάλλεται στην πραγματικότητα. Έτσι ο Αρτσιμπάλτο, σε όλη τη διάρκεια της ανέλιξης της μυθοπλασίας, προσπαθεί να δοκιμάσει, να πιστοποιήσει την υποτιθέμενη παντοδυναμία της σκέψης του πάνω στο δικαίωμα ζωής των γοητευτικών γυναικών που αναστατώνουν τη ζωή του.
Ο κεντρικός ήρωας ένιωσε ηδονή στη θέα του πρώτου φόνου που είδε, του τυχαίου θανάτου της σαγηνευτικής γκουβερνάντας του, που προκλήθηκε από αδέσποτη σφαίρα κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων αστυνομίας και επαναστατών (μια ακόμη βίαιη εισβολή της πολιτικής στο σινεμά του Μπουνιουέλ…) Το αίμα στους ξεγυμνωμένους μηρούς με τις μεταξωτές κάλτσες και τις ζαρτιέρες, του δημιούργησε χαρά και απόλαυση, γέννησε μέσα του τη σαδιστική επιθυμία του φόνου, τη χαρά τού να αισθάνεται ισχυρός.
Ο Αρτσιμπάλτο είναι, ακόμη, σαν παιδί που θέλει να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του: στις χωρίς όρια -ερωτικές και δολοφονικές- προσωπικές επιθυμίες του, στις παιδιστικές «πολυμορφικές διαστροφές» του.
Κρύβει επίσης μέσα του έναν καλλιτέχνη: Είναι αγγειοπλάστης με πολύ μεράκι, καθώς και καλλιτέχνης στη σκηνοθεσία του ερωτικού (σαδιστικού) πόθου του. Καλλιτέχνης στην προετοιμασία του κατά φαντασίαν εγκλήματος. Ένας ιδεαλιστής κλεισμένος στον κόσμο των σκέψεων και των φαντασιώσεων. Συμπεριφέρεται ως ένας απόλυτος και κακομαθημένος μεγαλοαστός που θέλει, αυθαίρετα, να επιβάλλει τους πόθους του στους γύρω του ανθρώπους, στις γυναίκες.
Ο ήρωας του Μπουνιουέλ είναι ένας μάλλον ανίκανος σαδιστής που θέλει να σκοτώσει τις ποθούμενες γυναίκες (ή να κάνει έρωτα μαζί τους) αλλά η πραγματικότητα τον προλαβαίνει και τον διαψεύδει με περισσή ειρωνεία ειρωνεία της τύχης, που υποκινεί και σκηνοθετεί σα να σταλάζει φαρμάκι στον ήρωά του, ο δημιουργός του. Ο Αρτσιμπάλντο αποτυχαίνει στην εκτέλεση τεσσάρων φόνων γυναικών τους οποίους σχεδιάζει: Της αδελφής νοσοκόμας, μιας προκλητικής ξανθιάς, ενός μοντέλου και τέλος της άπιστης συζύγου του (θέλει να τη σκοτώσει την πρώτη νύχτα του γάμου!). Ο σαδισμός του είναι γελοίος γιατί συνεχώς αποτυχαίνει να πάρει σάρκα και οστά, να πλήξει το ζωντανό «αντικείμενό» του, το οποίο την τελευταία στιγμή πάντα του ξεφεύγει. Γι’αυτό ο σαδισμός του Αρτσιμπάλντο ασκείται τελικά στο ομοίωμα της γυναίκας που θέλει να δολοφονήσει, σε μια κούκλα σε μέγεθος γυναίκας. Έτσι ο ώριμος άντρας μένει στο διηνεκές ανικανοποίητος, στερημένος και ευνουχισμένος (πρωτ’απ’όλα από την πρώτη του σχέση, αυτή με την αυταρχική μητέρα του).
Στη σκηνή της Εγκληματικής ζωής του Αρτσιμπάλντο ντε Λα Κρουζ που επιλέξαμε, επισκέπτεται την έπαυλή του η Λαβίνια, ένα όμορφο και έξυπνο μανεκέν. Μετά από λίγο συμπεραίνουμε ότι ο Αρτσιμπάλντο επιθυμεί τόσο να τη δολοφονήσει όσο και να της κάνει σεξ, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στα δύο… Έχει αγοράσει από τον οίκο ραπτικής όπου εργαζόταν η Λαβίνια, μια κούκλα ακριβώς όμοια με τη γυναίκα, και την έχει τοποθετήσει στο σαλόνι του. Όταν η Λαβίνια του αντιστέκεται, χαϊδολογάει την κούκλα. Αυτό διεγείρει τη Λαβίνια και τον φιλάει.
Η σκηνή αυτή είναι μια ανθολογία παρεκκλίνοντος ερωτισμού: Βρίσκουμε στο απόγειό τους το φετιχισμό, τις μεταθέσεις του πόθου από ένα σημείο του σώματος προς ένα άψυχο αντικείμενο που το υποκαθιστά τις σεξουαλικές φαντασιώσεις (διάσπαρτες σε όλο το φιλμ), τον ανικανοποίητο σαδισμό, την υπολανθάνουσα νεκροφιλία (λατρεία του άψυχου σώματος ή ενός ομοιώματός του, αντί του ζωντανού).
Ο Αρτσιμπάλντο θέλει να βλέπει τη γοητευτική Λαβίνια ως μια μελλοντική Ζαν ντ’ Αρκ, την οποία θα ψήσει στο φούρνο όπου ψήνει και τα αγγεία του…
Η μαγική σκηνοθεσία του Μπουνιουέλ χρησιμοποιεί με σουρεαλιστικό και ευέλικτο τρόπο, τα πανέξυπνα τεχνάσματά του: Για μερικά δευτερόλεπτα υποκαθιστά, στη διαδοχή των ερωτικά φορτισμένων πλάνων, την κούκλα με την ηθοποιό, προκαλώντας μια μεθυστική, ερεθιστική ζάλη στο συγχυσμένο θεατή (όμοια μ’αυτή που νιώθει κατά καιρούς ο ήρωας, όταν κυριεύεται από το σαδιστικό πόθο προς κάποια επιθυμητή γυναίκα). Τη μια, ο σκηνοθέτης μάς δείχνει τους ντυμένους στις μεταξωτές κάλτσες μηρούς της κούκλας, υποκαθιστώντας τους στιγμιαία με αυτούς της ηθοποιού την άλλη, εναλλάσει την κούκλα και τη γυναίκα, διαδοχικά, για λίγα δευτερόλεπτα, όταν ο άντρας εισάγει αργά την κούκλα στο φούρνο για να την κάψει, εκδικούμενος τη γυναίκα που τον άφησε στα κρύα του λουτρού.
Ο ήρωας ξεσπάει, με φετιχιστική ορμή, το φονικό και σεξουαλικό πάθος του στο υποκατάστατο της κοπέλας. Μ’αυτή τη σκηνοθετική μέθοδο το μυαλό του θεατή θολώνει, υπνωτισμένο, όπως ακριβώς το μυαλό του Αρτσιμπάλντο, ενώ θεατής και ήρωας ταυτίζονται μέσα στο ίδιο παραλήρημα.
Στο τέλος του φιλμ, ο Αρτσιμπάλντο πείθεται από τον αστυνομικό ανακριτή στον οποίο έχει εκμυστηρευτεί την ιστορία του (την αφηγείται δύο φορές μέσα στη ταινία, μέθοδος προσφιλής στον Μπουνιουέλ) πως πρέπει να πετάξει το μουσικό κουτί. Απαρνιέται την επιθυμία του να καθορίζει με τις σκέψεις και τις αποφάσεις του τη ζωή των ωραίων γυναικών που επιθυμεί. Ανακουφισμένος, τα φτιάχνει με την πιο συμπαθητική και ζωηρή γυναίκα που συνάντησε, τη Λαβίνια, με την οποία έπαιξε μέχρι το τέλος το φετιχιστικό-νεκροφιλικό-σαδιστικό παιχνίδι (χωρίς να το φτάσει μέχρι το φόνο) και ικανοποιήθηκε. Χωρίς, λοιπόν, πολλούς απωθημένους ερωτικούς πόθους απέναντί της, μπορεί επιτέλους να αγαπήσει και να κάνει έρωτα με τη γυναίκα που επέλεξε…
Θόδωρος Σούμας
Ο Αρτσιμπάλντο θέλει να βλέπει τη γοητευτική Λαβίνια ως μια μελλοντική Ζαν ντ’ Αρκ, την οποία θα ψήσει στο φούρνο όπου ψήνει και τα αγγεία του…
Η μαγική σκηνοθεσία του Μπουνιουέλ χρησιμοποιεί με σουρεαλιστικό και ευέλικτο τρόπο, τα πανέξυπνα τεχνάσματά του: Για μερικά δευτερόλεπτα υποκαθιστά, στη διαδοχή των ερωτικά φορτισμένων πλάνων, την κούκλα με την ηθοποιό, προκαλώντας μια μεθυστική, ερεθιστική ζάλη στο συγχυσμένο θεατή (όμοια μ’αυτή που νιώθει κατά καιρούς ο ήρωας, όταν κυριεύεται από το σαδιστικό πόθο προς κάποια επιθυμητή γυναίκα). Τη μια, ο σκηνοθέτης μάς δείχνει τους ντυμένους στις μεταξωτές κάλτσες μηρούς της κούκλας, υποκαθιστώντας τους στιγμιαία με αυτούς της ηθοποιού την άλλη, εναλλάσει την κούκλα και τη γυναίκα, διαδοχικά, για λίγα δευτερόλεπτα, όταν ο άντρας εισάγει αργά την κούκλα στο φούρνο για να την κάψει, εκδικούμενος τη γυναίκα που τον άφησε στα κρύα του λουτρού.
Ο ήρωας ξεσπάει, με φετιχιστική ορμή, το φονικό και σεξουαλικό πάθος του στο υποκατάστατο της κοπέλας. Μ’αυτή τη σκηνοθετική μέθοδο το μυαλό του θεατή θολώνει, υπνωτισμένο, όπως ακριβώς το μυαλό του Αρτσιμπάλντο, ενώ θεατής και ήρωας ταυτίζονται μέσα στο ίδιο παραλήρημα.
Στο τέλος του φιλμ, ο Αρτσιμπάλντο πείθεται από τον αστυνομικό ανακριτή στον οποίο έχει εκμυστηρευτεί την ιστορία του (την αφηγείται δύο φορές μέσα στη ταινία, μέθοδος προσφιλής στον Μπουνιουέλ) πως πρέπει να πετάξει το μουσικό κουτί. Απαρνιέται την επιθυμία του να καθορίζει με τις σκέψεις και τις αποφάσεις του τη ζωή των ωραίων γυναικών που επιθυμεί. Ανακουφισμένος, τα φτιάχνει με την πιο συμπαθητική και ζωηρή γυναίκα που συνάντησε, τη Λαβίνια, με την οποία έπαιξε μέχρι το τέλος το φετιχιστικό-νεκροφιλικό-σαδιστικό παιχνίδι (χωρίς να το φτάσει μέχρι το φόνο) και ικανοποιήθηκε. Χωρίς, λοιπόν, πολλούς απωθημένους ερωτικούς πόθους απέναντί της, μπορεί επιτέλους να αγαπήσει και να κάνει έρωτα με τη γυναίκα που επέλεξε…
Θόδωρος Σούμας

